Όταν ένας υποψήφιος ή ένα κόμμα ηττηθεί στις εκλογές, λέμε ότι «τον μαύρισαν» ή «έφαγε μαύρο» (ή και «έφαγε φούμο»). Στις μέρες μας, που ρίχνουμε στην κάλπη ψηφοδέλτια αφού πρώτα βάλουμε σταυρό σε κάποιους υποψήφιους, οι φράσεις αυτές μοιάζουν παράταιρες, κι όμως ακόμα και για τις σημερινές εκλογές θα έχετε πιθανότατα ακούσει προτροπές του τύπου «μαυρίστε τους». Η εξήγηση βρίσκεται στο ότι η σημασία «μαύρισμα = καταψήφιση» είναι απομεινάρι από την παλιότερη μέθοδο ψηφοφορίας, που εφαρμόστηκε από το 1864 και μετά, όταν ο κάθε υποψήφιος είχε τη δική του κάλπη, χωρισμένη στα δύο: στα δεξιά, με άσπρο χρώμα, ήταν το Ναι· στα αριστερά, με χρώμα μαύρο, το Όχι. Μπροστά η κάλπη είχε έναν σωλήνα, που μέσα έβαζε ο ψηφοφόρος το χέρι του και έριχνε το σφαιρίδιο, δεξιά αν ήθελε να υπερψηφίσει τον υποψήφιο και αριστερά αν ήθελε να τον καταψηφίσει, χωρίς να φανερώνεται η προτίμησή του. Τελευταία φορά που ψηφίσαμε με σφαιρίδια ήταν οι εκλογές του Νοεμβρίου 1920· κοντεύει να κλείσει αιώνας κι όμως η γλώσσα, αυτό το υπέροχα απρόβλεπτο πράγμα, συντηρητικό μαζί και κομμουνιστικό, διατηρεί τη σημασία της καταψήφισης για το μαύρισμα, ίσως επειδή η λέξη «μαύρος» έχει ένα σωρό αρνητικές συνδηλώσεις, οπότε το βρίσκουμε εύλογο πως μαυρίζεται το κόμμα που χάνει στις εκλογές, κι ας μην έχουμε γνωρίσει τα σφαιρίδια.
Σχόλια